Η Συμφωνία των Πρεσπών: κατάληξη ή αφετηρία;

👤
Άρθρο: Αντώνης Λιάκος

🕔15/01/2019 – 13:32

Λιάκος Αντώνης

Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν λύνει μόνο μια εκκρεμότητα σχεδόν τριών δεκαετιών, αλλά και αιωνόβιες ιστορικές εκκρεμότητες που κληροδότησε η ιστορία στους λαούς της περιοχής, από την εποχή των αυτοκρατοριών. Και τις κλείνει χωρίς πόλεμο, κάτι που δεν είναι συνηθισμένο στις εθνικές διαφορές, οι οποίες επιστρέφουν στα αυτονόητα μόνο μετά από αιματηρές συγκρούσεις. Και αν υιοθετήσουμε μια μακροσκοπική, και ψυχρή, ιστορική ματιά, θα διαπιστώσουμε ότι εκείνη η χώρα που βγήκε κερδισμένη από την μακροχρόνια μακεδονική διαμάχη ήταν η Ελλάδα.

Ο ελληνικός πληθυσμός της ιστορικής Μακεδονίας, την οποίας άλλωστε τα όρια ήταν ασαφή, ήταν ο μικρότερος απέναντι στους μουσουλμανικούς και στους σλαβόφωνους χριστιανικούς πληθυσμούς. Χρειάστηκαν όμως μια δεκαετία πολέμων, εξανδραποδισμών και προσφυγικών ρευμάτων προκειμένου να αλλάξουν τα σύνορα και οι πληθυσμοί, ώστε να αποκτήσει αυτή η περιοχή τη σημερινή εικόνα στον χάρτη.

Οπως είχε πει ο Χαρίλαος Τρικούπης, αν τη Μακεδονία την καταλάβουν οι Ελληνες, θα γίνει ελληνική. Αν την καταλάβουν οι Βούλγαροι, θα γίνει βουλγαρική. Και η Μακεδονία μοιράστηκε στα τρία, με το μεγαλύτερο και πιο ευνοημένο γεωγραφικά κομμάτι της στην Ελλάδα, και έγινε ελληνική. Τι έμειναν πίσω; Ζητήματα ιδεολογικής φύσης, όπως η ονοματολογία και τα συμπαρομαρτούντα. 

Κι επειδή τα υπόλοιπα του μακεδονικού ζητήματος ήταν ιδεολογικά και αβάσιμες φοβίες, γι’ αυτό κανείς στο εξωτερικό δεν καταλάβαινε τις ελληνικές αντιρρήσεις για το όνομα ή τις αιτιάσεις περί αλυτρωτισμού. Ούτε στα πολιτικά, ούτε και στα ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Κι όχι μόνο αυτό. Βλέποντας απέξω το ζήτημα, διαπιστώνει κανείς ότι οι παράξενες ελληνικές απαιτήσεις εμπόδιζαν αφενός την ομαλοποίηση στα Βαλκάνια, αφετέρου υπονόμευαν τη διεθνή αξιοπιστία της Ελλάδας. 

Αλλά εκείνο που θέλω να τονίσω εδώ είναι οι εσωτερικές συνέπειες του Μακεδονικού. Γιατί τα εσωτερικά με τα εξωτερικά ζητήματα συνδέονται στενά και τα μεν επηρεάζουν και διαμορφώνουν τα δε. Η αντιπολίτευση αναφέρεται στη Συμφωνία των Πρεσπών σαν πράξη «εθνικής ταπείνωσης». Φράση που φτάνει ως συνέχεια της υποτιθέμενης «παραχώρησης της εθνικότητας, της γλώσσας» κ.λπ. Λογική ανασκευή παρόμοιων παραλογισμών ασφαλώς χρειάζεται. Πιο σημαντικό όμως είναι να αντιληφθούμε τη σημασία τους.

Πώς δηλαδή λειτουργούν ψυχολογικά. Η ιδέα της «ταπείνωσης», η «θυματοποίηση» βρίσκεται στο υπόβαθρο όλων εκείνων των ιδεολογιών ακραίας επιθετικότητας, είτε ο εχθρός είναι εξωτερικός, είτε εσωτερικός. Ολων των ρατσιστικών και εθνικιστικών ιδεολογιών που δηλητηρίασαν τον εικοστό αιώνα και συνεχίζουν να δηλητηριάζουν τον 21ο αιώνα. Δηλαδή ότι ο πιο αδύναμος ταπεινώνει τον πιο ισχυρό. Πρόκειται για ένα αίσθημα που συνδυάζει τον φόβο του άλλου με την απαξίωσή του και με την εθνική και φυλετική ανωτερότητα.

Αυτό το μείγμα υπεροψίας, περιφρόνησης και δυσανεξίας εμφανίζεται τόσο ως προς τους εξωτερικούς άλλους όσο και ως προς τους εσωτερικούς. Παράγει μικρούς και μεγάλους «άλλους». Και δυστυχώς η Ελλάδα και οι Ελληνες μοιάζουν σαν πανταχόθεν βαλλόμενοι, σαν θύματα επιβουλής και διαρκούς συνωμοσίας. Αυτά τα συναισθήματα γεννούν μια ακραία επιθετικότητα, η οποία διαβρώνει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Τη συναντάμε καθημερινά και παντού. Με την αναγωγή κάθε σχέσης με τις γειτονικές χώρες σε «πρόκληση», «υπονόμευση», «επιβουλή». Και στο εσωτερικό, ρατσισμός και ξενοφοβία, αντισημητισμός και ισλαμοφοβία, ομοφοβία και αντριλίκι, διαρκής οργή είναι συμπεριφορές και νοοτροπίες μιας διαρκούς κατάστασης πολιορκίας. 

Ο κίνδυνος της διολίσθησης της Ευρώπης σε ρατσιστικές θέσεις και συμπεριφορές, που μας θυμίζουν εφιάλτες του εικοστού αιώνα τους οποίους θέλουμε να ξεχάσουμε, δεν οφείλεται στην παρουσία των ξένων, ούτε είναι μόνο υπόθεση δημαγωγών πολιτικών. Πρόκειται για πολιτισμικές στάσεις που μοιράζεται το κοινωνικό σώμα, που το διαπερνούν από την κορφή ώς τη βάση του, που το προδιαθέτουν να δημαγωγηθεί.

Γι’ αυτό η Συμφωνία των Πρεσπών, εκτός από πράξη ειρήνης και συμφιλίωσης, σπάει στερεότυπα, έχει χαρακτήρα απομάγευσης, εξανεμίζει φαντάσματα, έχει επομένως όχι μόνο πολιτικό, αλλά και πολιτισμικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό είναι λυδία λίθος για το πολιτικό σύστημα. Γι’ αυτό εν τέλει η πολιτική διαμάχη για τη Συμφωνία των Πρεσπών οριοθετεί δύο κόσμους. 

Η συσπείρωση υποστήριξης της συμφωνίας δεν έχει τον χαρακτήρα μιας πρόσκαιρης και προσωρινής αναδιάταξης των πολιτικών δυνάμεων, αλλά τον χαρακτήρα μιας εν δυνάμει ανασυγκρότησης ενός προοδευτικού πόλου στην ελληνική κοινωνία. Η κρίση, από το 2010 και ύστερα, λειτούργησε σαν ένας Μινώταυρος που κατασπάραξε τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας.

Η ανασυγκρότηση τώρα θα πρέπει να γίνει πάνω σε αξίες, αρχές και στις προοπτικές της Ελλάδας στην καινούργια ιστορική περίοδο που εισερχόμαστε, στην αποσαφήνιση του Ευρωπαϊσμού που υποστηρίζουμε. Το πολιτικό σύστημα, αφήνοντας πίσω του τις διαιρετικές τομές που δημιούργησε η κρίση, πρέπει να ανασυγκροτηθεί οραματικά πάνω σε μια νέα βάση. Επομένως με τη Συμφωνία των Πρεσπών δεν φτάσαμε σε ένα τέλος, αλλά σε μια καλή αρχή και έτσι πρέπει να αντιληφθούμε και τη χθεσινή εκδήλωση στο Μέγαρο Μουσικής. Ως αφετηρία ανασυγκρότησης μιας σύγχρονης προοδευτικής ταυτότητας. 

* Ιστορικός, Ομότιμος καθηγητής νεώτερης ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών