Το κοινοβουλευτικό πρόβλημα της 13-1-2019 και η αναγκαιότητα προσφυγής στις κάλπες

👤
Άρθρο: Νικόλαος Παπαδόπουλος

🕔15/01/2019 – 17:44

Νίκος Παπαδόπουλος

Στις 13-1-2019 ο κοινοβουλευτικός βίος της χώρας διέρχεται από ένα σημαντικό ορόσημο. Ο αρχηγός του ενός –του ήσσονος από τα δύο κόμματα της συμπολιτεύσεως, ο κ. Πάνος Καμμένος, παραιτήθηκε από τη θέση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας και ζήτησε και από τα υπόλοιπα μέλη του κόμματός του, που κατέχουν θέσεις στην Κυβέρνηση να παραιτηθούν. Ταυτοχρόνως, ο Πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας  δημοσίως δήλωσε ότι αποδέχθηκε την παραίτηση του κ. Καμμένου και θα αποδεχθεί και όποιες άλλες παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών θα τεθούν υπ’ όψη του (sic). H διαφωνία των δύο πολιτικών αρχηγών , οι οποίοι συνεργάσθηκαν επί τετραετία και κατά τη διάρκεια δύο κοινοβουλευτικών περιόδων , για τη συγκρότηση Κυβερνήσεων και την άσκηση κυβερνητικής εξουσίας έγκειται στη  διαφορά των  θέσεών τους ως προς την κύρωση της λεγομένης «συμφωνίας των Πρεσπών» με το γειτονικό κράτος της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Ο  Πρωθυπουργός αμέσως μετά τη λήξη της πρωινής κυριακάτικης συναντήσεως με τον απερχόμενο Υπουργό Εθνικής Άμυνας δήλωσε ότι θα ζητήσει από τον Πρόεδρο της Βουλής τη διεξαγωγή συζητήσεως και ψηφοφορίας για την έκφραση της εμπιστοσύνης της Βουλής προς την Κυβέρνηση.

Με βάση τις καταγεγραμμένες πολιτικές δυνάμεις στη Βουλή, η Κυβέρνηση έχει απωλέσει πλέον τη δεδηλωμένη εμπιστοσύνη  της Βουλής. Το πρώτο σε έδρες στην παρούσα  Βουλή πολιτικό κόμμα, ο  «Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Προόδου», διαθέτει εκατόν σαράντα πέντε (145) έδρες και, αν προσμετρηθεί στη συμπολίτευση και η κ. Αικ. Παπακώστα, η οποία καίτοι εξελέγη με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως (δηλαδή το κόμμα «Νέα Δημοκρατία»), διαγράφηκε από αυτό, έχει ενταχθεί στους ανεξαρτήτους βουλευτές και –πλέον- έχει διορισθεί Υφυπουργός Προστασίας του Πολίτη, τότε η συμπολίτευση αριθμεί εκατόν σαράντα έξι  (146) έδρες.

Το μέχρι την Κυριακή13-9-2019 συμπολιτευόμενο κόμμα με την επωνυμία «Ανεξάρτητοι Έλληνες» εξέλεξε  στην παρούσα Βουλή δέκα (10) βουλευτές, εκ των οποίων τρεις (3) δεν ανήκουν πλέον στη δύναμή του . Πρόκειται για τους κ.κ. Νικολόπουλο (εκλεγέντα στην εκλογική περιφέρεια Αχαΐας), Λαζαρίδη (εκλεγέντα στην Β΄ εκλογική περιφέρεια Θεσσαλονίκης)  και Δ.Καμμένο (εκλεγέντα στην Β΄ εκλογική περιφέρεια Πειραιώς), για τον οποίο δέον να υπομνησθεί ότι διαγράφηκε από το κόμμα «Ανεξάρτητοι Έλληνες» για τον λόγο ότι ψήφισε υπέρ της προτάσεως δυσπιστίας κατά της παρούσας Κυβερνήσεως στις 16-6-2018.

Οι ανεξάρτητοι βουλευτές στην παρούσα Βουλή και κατά την παρούσα χρονική συγκυρία είναι οκτώ (8), εκ των οποίων οι προαναφερθέντες τρεις προέρχονται από το κόμμα «Ανεξάρτητοι Έλληνες», τρείς προέρχονται από το κόμμα «Χρυσή Αυγή», ένας από το κυβερνών κόμμα  (ο κ. Παναγούλης) και ένας από το κόμμα «Ένωση Κεντρώων».

Οι σχέσεις Βουλής Κυβερνήσεως καθορίζονται στο άρθρο 84 του Συντάγματος και με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού θα αναζητηθεί λύση στο πρόβλημα. Αδιαστίκτως ορίζεται ότι «η Κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής» (άρθρο 84§1εδ. α’ Σ) . Ακολούθως στο Σύνταγμα ορίζεται ότι η Κυβέρνηση μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ορκωμοσία του Πρωθυπουργού «υποχρεούται» να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή και «μπορεί» να τη ζητεί και οποτεδήποτε άλλοτε (84§1 εδ. β’ Σ). Συνεπώς, μία Κυβέρνηση που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή δεν υποχρεούται (βάσει των ανωτέρω διατάξεων) να ζητήσει ξανά ψήφο εμπιστοσύνης από αυτήν. Ωστόσο, η Βουλή μπορεί να αποσύρει την εμπιστοσύνη της από την Κυβέρνηση (άρθρο 84§2εδ. α’ Σ) με απόφασή της. Η απόφαση αυτή μπορεί να ληφθεί τόσο ύστερα από πρόταση εμπιστοσύνης που «δικαιούται», χωρίς να «υποχρεούται» να ζητήσει η Κυβέρνηση , όσο και ύστερα από πρόταση δυσπιστίας που προτείνεται από τουλάχιστον το ένα έκτο(1/6) των βουλευτών, δηλαδή -με βάση τον αριθμό των μελών της σημερινής Βουλής- από πενήντα (50) βουλευτές.  

Η πρόταση δυσπιστίας για να γίνει δεκτή απαιτείται να λάβει υπέρ αυτής την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, δηλαδή εκατόν πενήντα έναν (151) βουλευτές. Συνεπώς, η μέχρι πρότινος κοινοβουλευτική αντιπολίτευση για να πετύχει την παύση της Κυβερνήσεως, η οποία έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, πρέπει να εξασφαλίσει εκατόν πενήντα έναν (151) ψήφους υπέρ της προτάσεως δυσπιστίας που τυχόν θα υποβάλει. Για την Κυβέρνηση, όμως, η οποία ήδη –επαναλαμβάνουμε- έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης , δεν απαιτείται ο αριθμός «151» για να παραμείνει στα καθήκοντά της. Μπορεί η παρούσα Κυβέρνηση να συνεχίσει να ασκήσει τα καθήκοντά της α)είτε αν η πρόταση δυσπιστίας της αντιπολιτεύσεως δεν λάβει 151 ψήφους β)είτε, αφού  ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης, αν  λάβει απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων κατά την ψηφοφορία βουλευτών, με τον όρο όμως ότι οι βουλευτές που θα της δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης δεν θα είναι λιγότεροι από τα δύο πέμπτα (2/5) του όλου αριθμού των βουλευτών –δηλαδή δεν θα είναι λιγότεροι από 120 βουλευτές- . Παραθέτουμε την παράγραφο 6 του άρθρου 84 του Συντάγματος, η οποία έχει ως εξής: «Πρόταση εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αν δεν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών, η οποία όμως δεν επιτρέπεται  να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών. Πρόταση δυσπιστίας γίνεται δεκτή, μόνο αν εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών». Έτσι αναδεικνύεται το ενδεχόμενο των λεγομένων «κυβερνήσεων ανοχής», δηλαδή των κυβερνήσεων οι οποίες αφού αρχικώς έλαβαν την εμπιστοσύνη της Βουλής με 151 ψήφους, στη συνέχεια διατηρούνται στα καθήκοντά τους , λαμβάνοντας σε ψηφοφορία εμπιστοσύνης πλειοψηφία μικρότερη  από 151 ψήφους. Επίσης, μία Κυβέρνηση που  αρχικώς έλαβε την εμπιστοσύνη της Βουλής με 151 ψήφους διατηρείται στα καθήκοντά της, ακόμη κι αν οι βουλευτές που ψηφίζουν υπέρ αυτής σε ψηφοφορία διενεργηθείσα ύστερα από πρόταση δυσπιστίας μειοψηφούν, αλλά η πρόταση δυσπιστίας δεν ψηφίζεται από τουλάχιστον 151 βουλευτές. Και στις δύο προαναφερθείσες περιπτώσεις απαιτείται να υπάρχει ένα άθροισμα βουλευτών, που «ανέχονται» την Κυβέρνηση, δηλαδή δεν την καταψηφίζουν, χωρίς όμως να ψηφίζουν υπέρ της. Ο αριθμός των «ανεχομένων» την Κυβέρνηση βουλευτών μπορεί , ανάλογα με τις αντιπαρατιθέμενες κοινοβουλευτικές δυνάμεις, να είναι από ένας (1) –εφόσον η Κυβέρνηση έχει υπέρ της 149 βουλευτές- μέχρι εξήντα ένας –εφόσον η Κυβέρνηση έχει υπέρ της 120 βουλευτές-. 

Με δεδομένο ότι ο Πρωθυπουργός ως εκπρόσωπος της Κυβερνήσεως ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης, στην  ψηφοφορία που θα διεξαχθεί την Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2019, η Κυβέρνηση μπορεί να παραμείνει στα καθήκοντά της , εφόσον λάβει την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών –όχι του όλου αριθμού των βουλευτών-. Η άρνηση ψήφου ή η λευκή ψήφος προσμετρώνται εις βάρος της Κυβερνήσεως. Συνεπώς, τυχόν ανεχόμενοι βουλευτές πρέπει να απουσιάσουν από τη σχετική ψηφοφορία.

Πάντως, δύο μεμονωμένοι βουλευτές του αποχωρήσαντος από την Κυβέρνηση κόμματος, διαφοροποιήθηκαν από την εκφρασθείσα διά του αρχηγού του κόμματος θέση και δήλωσαν ότι θα δώσουν ψήφο εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση. Πρόκειται για την  Υπουργό Τουρισμού κ. Έλενα Κουντουρά και τον Υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Βασίλη Κόκκαλη.

Εδώ, όμως, τίθεται ένα μέγα πολιτικό και ηθικό ζήτημα. Μπορεί υπό αυτές τις συνθήκες, δηλαδή με οριακές ψήφους ή «με ψήφο ανοχής»,  να εξακολουθεί να ασκεί  τα καθήκοντά της η Κυβέρνηση και να προχωρήσει στην κύρωση της «συμφωνίας των Πρεσπών», όταν εκατοντάδες χιλιάδες λαού έχουν διαδηλώσει την αντίθεσή τους στο περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής; Μπορεί να συνεχίσει η Κυβέρνηση να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά της , όταν ελάχιστος χρόνος έχει απομείνει για την ολοκλήρωση της τετραετίας, με βουλευτές «κρυπτομένους-ανεχομένους» ή με βουλευτές «αποστατούντες»;

Πιστεύω ότι στην παρούσα πολιτική συγκυρία, απαιτείται –από απόψεως ουσίας και όχι τύπου- μία από τις καταγεγραμμμένες κοινοβουλευτικές δυνάμεις , δηλαδή ένα κόμμα που εκπροσωπείται στη Βουλή να της παράσχει ρητώς , δηλαδή με δήλωση του αρχηγού-νομίμου εκπροσώπου του, ψήφο εμπιστοσύνης ή ψήφο ανοχής. Αν αυτό δεν συμβεί η Κυβέρνηση ηθικώς υποχρεούται , ακόμη κι αν την υπερψηφίσουν ή την «ανεχθούν» μεμονωμένοι βουλευτές, στη συνέχεια να ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη διάλυση της Βουλής και τη διενέργεια εκλογών για την ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπισθεί εθνικό θέμα «εξαιρετικής σημασίας», δηλαδή το ζήτημα της κυρώσεως ή όχι της «συμφωνίας των Πρεσπών». Σχετικώς, παραθέτουμε τη διάταξη του άρθρου 41§2 του Συντάγματος: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας».

Πιστεύω, εν τέλει, ότι η αποχώρηση του κόμματος «Ανεξάρτητοι Έλληνες» από την κυβέρνηση και με δεδομένο ότι κανένα άλλο πολιτικό κόμμα δεν δηλώσει επισήμως ότι παρέχει ψήφο εμπιστοσύνης ή ανοχής στην παρούσα Κυβέρνηση, η οποία είναι πλέον μονοκομματική Κυβέρνηση, πρέπει να οδηγηθούμε σε εκλογές. Τις εκλογές αυτές θα διεξαγάγει η παρούσα Κυβέρνηση, εφόσον τελικώς λάβει ψήφο εμπιστοσύνης αύριο, για την ανανέωση της λαϊκής εντολής, κατ’ άρθρον 41§2Σ, ή οικουμενική ή υπηρεσιακή κυβέρνηση, εφόσον η πρόταση εμπιστοσύνης καταψηφισθεί. Υπάρχει βεβαίως και η πιθανότητα να συγκροτηθεί άλλη κυβέρνηση με σύμπραξη των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, αφού, μετά την απαλλαγή της Κυβερνήσεως από τα καθήκοντά της, ακολουθηθεί η διαδικασία των διερευνητικών εντολών που καθορίζεται στο άρθρο 37 του Συντάγματος, αλλά το ενδεχόμενο αυτό στις παρούσες συνθήκες μοιάζει ανέφικτο.

Ο Ελληνικός Λαός πρέπει, επομένως, να κληθεί στις κάλπες τις επόμενες ημέρες.

 

*Ο Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, συνταγματολόγος